Περπατούσα νευρικά πάνω στα αμίλητα πεζοδρόμια και οι σκιές των δέντρων απλώνονταν σαν μαύρα πέπλα για να πλαγιάσουν στους ώμους μου. Να φύγω, να εξαφανιστώ, μακριά όσο πιο μακριά γίνεται, δεν είμαι ο άνθρωπος που θα μοιραστεί την ζωή του, Ηλέκτρα. Είμαι ο άνθρωπος που θα μοιραστεί προσωρινά κι ύστερα θα ανηφορίσει στο δικό του σπίτι, στο δικό του δωμάτιο και θ’ ακούσει το αγαπημένο του κομμάτι. Δεν επιτρέπω να περάσεις την διαχωριστική γραμμή ή δεν θέλησα να την περάσεις, βάζω νάρκες τριγύρω μου γιατί θέλω να γίνω ένας σάρκινος πάπυρος με πληγωμένα γυναικεία ονόματα. Φοβήθηκα μήπως σε ερωτευτώ, οι άντρες ερωτεύονται μια και μοναδική φορά, οι γυναίκες κάθε τρείς και λίγο. Μεγάλο το χάσμα όπως βλέπεις. Με περίμενες άγρυπνη, είναι δυνατό το γυναικείο ένστικτο. Σε πέταξα στο κρεβάτι, παραμέρισα το εσώρουχο και σε ξέσκισα όπως θα ξέσκιζα οτιδήποτε μπαίνει εμπόδιο στο ατομικό μου μονοπάτι, στην εγωιστική μου διαδρομή. Εχυσα χωρίς να φωνάξω, κοίταξα το πρόσωπό μου στον καθρέφτη του μπάνιου, έλαμπα κυριολεκτικά, μα δεν είναι χωρισμός, τίποτα δεν είναι χωρισμός όσο η διαδρομή αντιφεγγίζει
” Σκέπασέ με” Στο μαγαζί δεν είχε αλλάξει το παραμικρό. Το χρήμα έρρεε άφθονο και οι άνθρωποι με τις μάσκες πουλούσαν ευτυχία. Μετά τη Ναντίν, που δεν την έλεγαν Ναντίν αλλά δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία, ένιωθα την ανάγκη να μείνω μόνος μου για καιρό. Ένιωθα φθαρτός και σκουριασμένος, δηλαδή κάπως έτσι… Το σύρμα στον λαιμο μου Dredd Όταν η μουσική τελειώσει κλείσε τα φώτα . Σηκώνω τον γιακά μου και κοιτάζω το αχανές τοπίο που απλώνεται πίσω απο δάση με τις κερασιές. Περπατάω σαν φάντασμα, αθόρυβα κι ειλικρινά. Υπάρχουν μέρες με έκδηλα τα σημάδια της σήψης. Την σήψη την αναγνωρίζω απο το σύρμα που αναπνέει μέσα στο λαιμό μου. Κι απο τα δάχτυλα που μαγκωμένα παγώνουν στις άδειες τσέπες αναγνωρίζοντας το κενό. Κι οι κερασιές αντιπαλεύουν την θύμηση φέρνοντας το άρωμα μιας περασμένης εποχής. Κι αν το καλοσκεφτείς κερασιές δεν υπάρχουν. Είναι μια δυσβάσταχτη ανάγκη της ψυχής να αλλάξει τα δεδομένα. Τα δάση είναι τσιμεντένια και οι νεόκτιστες πολυκατοικίες υψώνονται άγρια αποστερώντας το τοπίο απο την δικαιωματική του ομορφιά. Το στομάχι μου απορροφά καρφιά, ίσως για αυτό να αισθάνομα
“Ολες οι πορτες ανοιγουν με μια ταυτοτητα αρκει να ξερεις τον τροπο” Ειμαι μεσα στο σπιτι σου, καπνιζω στο σαλονι σου κοιτωντας αφηρημενα το κοινοτυπο καδρο στον τοιχο που ισως να γερνει ελαφρα μα θα το ισιωσω αργοτερα την ωρα που θα σε αποχαιρετησω για τελευταια φορα.Μου ελειπες παντα ακομα κι οταν σε ειχα γιατι στο αιμα μου κυλουσε η απωλεια σημαδι των χαρακτηρων εκεινων που δεν οριζει ο χρονος παρα μοναχα η φυγη. Αναιτια φυγη, με τους χιλιαδες κραδασμους να αγκομαχουν για να παραμεινουν στο βαθος αφανεις , ουλες μιας εγχειρησης που εγινε βιαστικα.Βαδισα σε ολα τα μονοπατια της οικουμενης κι οταν δεν ξεμεινε στην καρδια τιποτα το οποιο να θεωρειται αγνωστο επεστρεψα με στοχο το αυτονοητο.Να σε ξαναγνωρισω, να δω πως ειναι να ζεις σε ενα σπιτι στα συννεφα.Το κοινοτυπο καδρο στον τοιχο ισως να γερνει ελαφρα μα θα το ισιωσω αργοτερα την ωρα που θα σε αποχαιρετησω για τελευταια φορα. Τρεχουν τα ακροδαχτυλα μου στην κορνιζα του γαμου σου, χαμογελα κατω απο πολυελαιους, ο αντρας σου εχει γαλαζια ομορφα ματια…. τα στεφανα σου πηγαιναν πολυ.Ανοιγω τα ντουλαπια και βγαζω τα ρουχα σου ευλα
Σε αναλύω μέσα από τις χαραμάδες, δεν θα σε πλησιάσω, δεν θα σου μιλήσω. Ζούμε σε μια πόλη που την κατοικούν ευνουχισμένοι παλιάτσοι, οι απ’ ευθείας συναναστροφές είναι μία ένδειξη δυσπροσαρμοστικότητας κι αν θα ήθελα πραγματικά να σε πλησιάσω θα έπρεπε να υποκριθώ τον ρόλο του υποψήφιου εραστή με τους καλούς τρόπους. Αν και μόνο στην ιδέα ότι θα χρειαζόταν να κρατήσω στα χέρια μου λουλούδια ανατριχιάζω. Κι ακούω το ένστικτό μου που φωνάζει ασταματητα πως υπάρχουν λεπτομέρειες στην ζωή σου ιδανικά καμουφλαρισμένες … κι έτσι φοράω τις σκιές κι ελπίζω σε παρεκκλίσεις γιατί θέλω να είσαι διαφορετική. Μεσημέρι στην αργοκίνητη πόλη με τα σύννεφα να στεφανώνουν τα κτίρια και τις βλοσυρές φυσιογνωμίες να περπατούν- με τη οργή που μόνο τ’ απωθημένα φέρνουν- στα παγωμένα πεζοδρόμια. Αν δεν αντέχεις το κρύο δεν αντέχεις την ζωή, ανθρωπάκο. Σ’ ακολουθώ και γίνομαι φθαρμένο πεζοδρόμιο για να βαδίσεις επάνω μου, αγέρι του Δεκέμβρη για να σου ανακατέψω τα μαλλιά έτσι όπως κάνουν οι φίλοι, τα όντα του τίποτα εξαφανίζονται και ζούμε οι δυό μας στην προσωπική μυστική σου παρέκκλιση, προχωράς